• Πε. Μαρ 19th, 2026

Το Jackaroo και τα επικά του σάντουιτς μόλις ήρθαν στην Κυψέλη

ByΣοφία Καραμάνη

Μαρ 19, 2026

Είναι ένα από εκείνα τα ωραία, δροσερά φθινοπωρινά βράδια. Πίνω μπίρες με τον πιο μερακλή και λιχούδη φίλο μου, αναλύοντας το πάθος μας για το αυθεντικό street food και ομολογώντας την αιώνια αδυναμία μας στις σωστά τηγανισμένες πατάτες. Η κουβέντα αναπόφευκτα στρέφεται στο Jackaroo, το απόλυτο και πλέον ξακουστό στέκι του Πειραιά που έχει επαναπροσδιορίσει τον όρο “food porn”. Κάνω το λάθος να ομολογήσω πως, αν και έχω ακούσει τόσα πολλά, δεν έχω καταφέρει να πάω ποτέ. Το μετανιώνω τη στιγμή που βγαίνουν οι λέξεις από το στόμα μου. Ο φίλος μου με κοιτάζει με ένα βλέμμα που φωνάζει «προδοσία», κατεβάζει τη μπίρα του, πληρώνει βιαστικά και μου ρίχνει ένα κοφτό, επιτακτικό «Σήκω».

Μισή ώρα αργότερα, έχουμε αφήσει πίσω μας τα Εξάρχεια και βρισκόμαστε στον Πειραιά. Μετά από μια αξιοσέβαστη ουρά αναμονής, κρατάω στα χέρια μου κάτι πελώρια σάντουιτς και τα πιο συγκλονιστικά chicken fingers που έχω γευτεί στη ζωή μου. Εκείνη η πρώτη φορά ήταν καθοριστική. Κάθε επόμενη επίσκεψη συνοδευόταν από την ίδια εικόνα: ένα τεράστιο, ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων να περιμένει υπομονετικά, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που θυμίζει περισσότερο υπαίθριο πάρτι παρά αναμονή για φαγητό.

Αυτό το απίστευτα φανατικό κοινό, που δεν δίσταζε να διασχίσει όλη την Αθήνα για ένα σάντουιτς, έκανε διαρκώς την ίδια ερώτηση: «Πότε θα ανοίξετε κάπου πιο κεντρικά;». Η απάντηση ήρθε. Το Jackaroo μόλις απέκτησε το δεύτερο σπίτι του, αυτή τη φορά στην καρδιά της Κυψέλης.

Η φιλοσοφία πίσω από την υπερβολή

Συναντώ τον δημιουργό του, τον γλυκύτατο Μιχάλη Μαντζουράνη, λίγα μόλις εικοσιτετράωρα πριν τα επίσημα εγκαίνια του νέου καταστήματος. Κατά τη διάρκεια της δίωρης συζήτησής μας, μετράω πάνω από είκοσι περαστικούς που σταματούν, κοιτάζουν με λαχτάρα μέσα και ρωτούν με αγωνία πότε επιτέλους ανοίγουν. Δεν μου προκαλεί καμία εντύπωση πια.

Ο Μιχάλης έχει περάσει ξανά από αυτό το στάδιο, καθώς ήταν ο άνθρωπος πίσω από τη δημιουργία του θρυλικού Μπαρ Μπεε Κιου, ενός μαγαζιού που γνώρισε παρόμοια υστερία στα πρώτα του βήματα. Όσο για το όνομα του νέου του εγχειρήματος; «Jackaroo στην Αυστραλία είναι ο βοηθός του γελαδάρη», μου εξηγεί. Ως ορκισμένος οπαδός της αμερικανικής κουζίνας, το όραμά του το 2018 ήταν ξεκάθαρο: ήθελε να δημιουργήσει κάτι που να ισορροπεί ανάμεσα στα μεγάλα αμερικανικά fast food brands, αλλά με έμφαση στην κορυφαία ποιότητα.

Αν και αρχικά σκεφτόταν να σερβίρει αποκλειστικά cheesesteak και τηγανητό κοτόπουλο, η εξέλιξη τον οδήγησε αλλού. Το κίνητρό του, όπως τονίζει, είναι το πάθος και όχι το εύκολο κέρδος. Απόδειξη αποτελεί η μηχανή παγωτού που έφερε ειδικά από την Ιταλία. Αντί για φθηνά μείγματα, χρησιμοποιούν αληθινή κρέμα γάλακτος, ζάχαρη και μια εξαιρετικά ακριβή πάστα φουντουκιού. Ο ίδιος παραδέχεται γελώντας πως ίσως είναι λίγο ακραίο για ένα street food μαγαζί, αλλά η επιβράβευση έρχεται όταν ο πελάτης δοκιμάζει και αναγνωρίζει την ποιότητα. Αυτή η προσέγγιση εφαρμόζεται παντού: τα ψωμάκια είναι φρέσκα από τον φούρνο, τα κρέατα νωπά, οι σάλτσες χειροποίητες. Το κοτόπουλο μαρινάρεται σε ξινόγαλο για 24 ώρες, πανάρεται με μπαχαρικά και τηγανίζεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η φιλοσοφία του “cook to order” ευθύνεται τόσο για την αξεπέραστη γεύση όσο και για την αναμονή, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως ένα βράδυ Παρασκευής εξυπηρετούν γύρω στις 600 παραγγελίες.

Τι να παραγγείλεις χωρίς δεύτερη σκέψη

Όταν φτάσεις στο ταμείο, οφείλεις να ξεκινήσεις με το “Chicken Melt”. Μιλάμε για ένα μνημειώδες σάντουιτς σε ψωμάκι brioche που κλείνει μέσα του δύο γενναιόδωρα κομμάτια παναρισμένου κοτόπουλου, διπλό τσένταρ, διπλό καπνιστό μπέικον, ντομάτα, iceberg και μια εθιστική πικάντικη μαγιονέζα. Αμέσως επόμενη επιλογή το “Umami”, ένα αφράτο bun με χειροποίητο μπιφτέκι, κατσικίσιο τυρί, σοταρισμένα μανιτάρια, καραμελωμένα κρεμμύδια και αληθινή μαγιονέζα τρούφας. Εννοείται πως δεν φεύγεις αν δεν πάρεις τα φημισμένα fried chicken fingers, τα οποία μπορείς να βουτήξεις σε 14 διαφορετικές σος. Για εκείνους που δεν αστειεύονται με την πείνα τους, τα Mega Sandwiches δικαιολογούν απόλυτα το όνομά τους. Δεν είναι τυχαίο το σχόλιο ενός χρήστη στη σελίδα τους στο Facebook για το άνοιγμα της Τρίτης: «Θα είμαστε απ’ έξω με τις σαλιάρες έτοιμες».

Η παγκόσμια τάση του απόλυτου Comfort Food

Αυτή η λατρεία του Μιχάλη για την πληθωρική αμερικανική γαστρονομία αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη, παγκόσμια στροφή προς το αναβαθμισμένο comfort food. Την ώρα που το Jackaroo εκπαιδεύει τον ουρανίσκο της Αθήνας, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού η φιλοσοφία του “food porn” κυριεύει τα γήπεδα, τα οποία πλέον θυμίζουν τεράστια γαστρονομικά φεστιβάλ.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κουλτούρας αποκαλύφθηκε μόλις πρόσφατα στο Σικάγο. Λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη της σεζόν του 2026, οι White Sox παρουσίασαν το νέο μενού φαγητού και ποτού για το γήπεδο Rate Field, σε συνεργασία με τη Levy Restaurants. Η λογική είναι ακριβώς η ίδια: πληθωρικές γεύσεις, τοπικές επιρροές και κορυφαίες πρώτες ύλες που βγάζουν το φαγητό του γηπέδου από τη μετριότητα.

Ο κατάλογος του Rate Field που γράφει ιστορία

Αν το Jackaroo βρισκόταν στο Σικάγο, θα ένιωθε απόλυτα οικεία ανάμεσα στις νέες προσθήκες του αμερικανικού γηπέδου. Ο κατάλογος για τη νέα σεζόν μοιάζει βγαλμένος από τα πιο τρελά όνειρα κάθε λάτρη του street food, περιλαμβάνοντας από τοπικές craft μπίρες μέχρι εξωφρενικούς συνδυασμούς:

  • Campfire Milkshake 2.0: Η ολοκαίνουργια έκδοση του milkshake που έχει ήδη γίνει viral.

  • All-Star Chicago Lineup: Μια εντυπωσιακή πιατέλα γευσιγνωσίας με αυθεντικό hot dog τύπου Βιέννης, καπνιστό λουκάνικο Kielbasa με καραμελωμένα κρεμμύδια, ιταλικό μοσχάρι Buona με γλυκές πιπεριές και βουτυράτο ποπ κορν Garrett.

  • Bridgeport Taqueria: Αυθεντικά street tacos με barbacoa, κοτόπουλο tinga και μανιτάρια al pastor, σερβιρισμένα με τραγανά νάτσος και μεξικάνικο καλαμπόκι elotes.

  • Chicken & Waffle: Παραδοσιακή βελγική βάφλα που αγκαλιάζει τηγανητό κοτόπουλο βουτυρογάλακτος, περιχυμένο με τοπικό μέλι.

  • Rosie’s BBQ: Λαχταριστά sliders με καπνιστό pulled pork, coleslaw, τραγανά κρεμμύδια και συνοδεία από mac and cheese τριών τυριών.

  • The Italian Scallion: Μια ωδή στα ιταλικά αλλαντικά, με πεπερόνι ωρίμανσης, προσούτο και ζαμπόν, κλεισμένα σε φρεσκοψημένη φοκάτσια με μουστάρδα Dusseldorf.

  • The Southside Supreme: Πίτσα σε σχήμα βάσης του μπέιζμπολ (home plate), φορτωμένη με λουκάνικο, ιταλικό μοσχάρι, πιπεριές και giardiniera.

  • Arepa Burger: Παραδοσιακές πίτες καλαμποκιού γεμιστές με χοιρινή κοιλιά γλασαρισμένη με μέλι, coleslaw και μαγιονέζα σκόρδου.

Είτε στέκεσαι στην ουρά στη Φωκίωνος Νέγρη περιμένοντας το “Umami” σου, είτε βρίσκεσαι στις κερκίδες του Rate Field στο Σικάγο με ένα Arepa Burger στο χέρι, η ουσία παραμένει η ίδια. Το καλό, ανεπιτήδευτο φαγητό που φτιάχνεται με μεράκι δεν γνωρίζει σύνορα, και εμείς θα είμαστε πάντα εκεί, με τις σαλιάρες έτοιμες.